εἰσπέτομαι

εἰσπέτομαι
влетаю

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "εἰσπέτομαι" в других словарях:

  • εισπέτομαι — εἰσπέτομαι (Α) πετώ προς ή μέσα (α. «ὥς τε πέλεια, ἥ ῥὰ θ ὑπ ἴρηκος κοίλην εἰσέπτατο πέτρην» σαν περιστέρα που πέταξε μέσα στην κουφάλα τής πέτρας κυνηγημένη από γεράκι β. «φήμη τε ἐσέπτατο ἐς τὸ στρατόπεδον» φήμη πετούσε, διαδιδόταν μέσα στο… …   Dictionary of Greek

  • εἰσπετόμενον — εἰσπέτομαι fly into pres part mp masc acc sg εἰσπέτομαι fly into pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εἰσεπέτοντο — εἰσπέτομαι fly into imperf ind mp 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εἰσπετομένη — εἰσπέτομαι fly into pres part mp fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εἰσπετομένους — εἰσπέτομαι fly into pres part mp masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εἰσπετόμενα — εἰσπέτομαι fly into pres part mp neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εἰσπετόμεναι — εἰσπέτομαι fly into pres part mp fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εἰσπετόμενοι — εἰσπέτομαι fly into pres part mp masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εἰσπετόμενος — εἰσπέτομαι fly into pres part mp masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εἰσπτᾶσα — εἰσπέτομαι fly into aor part act fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εἰσπτήσεται — εἰσπέτομαι fly into fut ind mid 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»